μάκαρ


μάκαρ
μακάριος, α, ον / μάκαρ, gen. μάκαρος блаженный, счастливый (ср. Макарий, Макар)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "μάκαρ" в других словарях:

  • Μάκαρ — blessed masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάκαρ — blessed masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάκαρ — Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Γιος του Αίολου και της Αμφιθέας. Αγάπησε την αδελφή του, Κανάκη, με την οποία συνδέθηκε. Όταν ο Αίολος έμαθε τις σχέσης τους, έστειλε στην Κανάκη ένα ξίφος, με το οποίο αυτοκτόνησε πρώτα εκείνη και ύστερα ο Μ. Ο… …   Dictionary of Greek

  • μακάρτατον — μάκαρ blessed masc acc sg μάκαρ blessed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μακάρτερον — μάκαρ blessed masc acc sg μάκαρ blessed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μακαιρῶν — μάκαρ blessed fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μακαρτάτη — μάκαρ blessed fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μακαρτάτου — μάκαρ blessed masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μακαρτάτῳ — μάκαρ blessed masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μακαρτέρη — μάκαρ blessed fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μακάρεσι — Μάκαρ blessed masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)